Η περικοκλάδα, ή περικοκλάδι, ή περικοκλάδια, (Convolvulus arvensis) είναι ένα αναρριχώμενο ή έρπον φυτό της οικογένειας των Κονβολβουλιδών, γνωστό στην ελληνική ύπαιθρο και ως «χωνάκι» λόγω του χαρακτηριστικού λευκού ή ροζωπού άνθους του. Ανθίζει κυρίως από τις αρχές του καλοκαιριού έως το φθινόπωρο και συναντάται συχνά σε αγρούς, κήπους και ακαλλιέργητες εκτάσεις.
Για τη μελισσοκομία, η περικοκλάδα θεωρείται χρήσιμο μελισσοκομικό φυτό, επειδή προσφέρει νέκταρ και γύρη στις μέλισσες κατά την περίοδο της ανθοφορίας της. Η γύρη της είναι λευκού χρώματος, ενώ το νέκταρ της συμβάλλει στην τροφοδότηση των μελισσιών, ιδιαίτερα σε εποχές όπου άλλες πηγές τροφής μπορεί να είναι περιορισμένες.
Μάλιστα τα άνθη της περικοκλάδας που είναι σαν χωνάκια ανοίγουν το πρωί που έχει δροσιά και κλείνουν τις θερμές ώρες της ημέρας.
Έτσι οι μέλισσες συλλέγουν σε αυτά μόνο μέχρι να αρχίσει η έντονη ζέστη πριν το μεσημέρι.
Στην παραδοσιακή φυτοθεραπεία, η περικοκλάδα χρησιμοποιήθηκε κυρίως για τις ήπιες καθαρτικές και διουρητικές της ιδιότητες.
Περιέχει φυτικά συστατικά που έχουν συνδεθεί με αντιοξειδωτική δράση και με την υποστήριξη της πέψης.
Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι γνώριζαν πολλά αυτοφυή φυτά με φαρμακευτική αξία και χρησιμοποιούσαν διάφορα είδη του γένους Convolvulus ή συγγενών φυτών για παρασκευές που στόχευαν στην υποστήριξη της πέψης και στην απομάκρυνση περιττών υγρών από τον οργανισμό.Επίσης χρησιμοποιούσαν τα φύλλα για την επουλωτική δράση τους, και ακόμα ως αντιφλεγμονώδη για τους ρευματισμούς.
Οι χρήσεις αυτές βασίζονταν στην παρατήρηση και στην παραδοσιακή ιατρική της εποχής.
Το περιελισσόμενο και αναρριχώμενο σχήμα της έχει συχνά συνδεθεί συμβολικά με έννοιες όπως η προσκόλληση, η συνέχεια και ο κύκλος της ζωής, στοιχεία που εμφανίζονται γενικότερα στη λαϊκή παράδοση γύρω από τα φυτά.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου